ακουστός

[акустос] εκ. известный, знаменитый,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ακουστός" в других словарях:

  • ἀκουστός — heard masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ακουστός — –ή, ό (Α ἀκουστός, ή, όν) αυτός που μπορεί να ακουστεί, να γίνει αισθητός με την ακοή νεοελλ. 1. ξακουστός, φημισμένος, διάσημος 2. φρ. «έχω κάποιον ή κάτι ακουστά», γνωρίζω εξ ακοής, έχω ακούσει για κάποιον ή κάτι αρχ. (με άρν.) αυτός που δεν… …   Dictionary of Greek

  • ακουστός — ή, ό επίρρ. ά 1. αυτός που μπορεί ν ακουστεί: Ο λόγος του ήταν ακουστός και σ αυτούς που βρίσκονταν μακριά. 2. φημισμένος, ξακουστός: Αποφάσισαν τότε να πάνε σ έναν ακουστό γιατρό …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀκουστόν — ἀκουστός heard masc acc sg ἀκουστός heard neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκουστοῖς — ἀκουστός heard masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκουστοί — ἀκουστός heard masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκουστούς — ἀκουστός heard masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκουστῆς — ἀκουστός heard fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκουστή — ἀκουστός heard fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκουστῷ — ἀκουστός heard masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.